30/10/2011

Μέρος συνέντευξης του Στ. Φασουλή στο Νικόλα Ζώη (07/2011)


Την επικαιρότητα την παρακολουθείτε στενά; Και αν ναι, μέσα απ’ τα παρα­δοσιακά μέσα, ή μήπως και μέσα από blogssocialmedia κ.λπ.;
Την παρακολουθώ θέλοντας και μη, όπως όλοι μας. Μέσα από εφημερίδες το ραδιόφωνο, την τηλεόραση, αλλά και από το ίντερνετ. Δεν διαβάζω blogs γιατί δεν μου αρέσει η γλώσσα που μιλούν τώρα. Νομίζω ότι πρέπει να παρέλθει μια δεκαετία για να καταφέρει να ξεπεράσει τον εαυτό της. Τη χρησιμοποιούν μάλ­λον αυτοί που βρίσκουν ευκαιρία να μι­λήσουν, ενώ ουδέποτε είχαν μιλήσει κά­που, και πια ανακαλύπτουν τον τρόπο, χάνουν όμως το μέτρο. Αρχίζει πάντως και δημιουργείται μια καινούργια γλώσσα σιγά σιγά, που θα κάνει τα πράγματα κα­λύτερα, και τον καθένα να μιλάει πιο απε­λεύθερα. Το άκουσμα της δεν θα οφείλε­ται σε πίεση που σκάει μετά από αιώνες δεν θα προέρχεται από τη σκέψη «α, τώρα θα πω την άποψη μου γιατί είμαι κά­ποιος». Γιατί μ’ αυτό τον τρόπο, το «είμαι κάποιος», το ότι γίνεται κανείς σημαντι­κός υπερισχύει της γνώμης του. Και τις περισσότερες φορές γίνεται τελικά φαφλατάς κυνικός ή υβριστής
Σήμερα ωστόσο, κάποιοι αναζητούν τρόπους να πουν τη γνώμη τους, για να κάνουν αισθητή και τη δική τους ύπαρξη.
Τους καταλαβαίνω. Αλλά αυτό είναι ση­μαντικό όταν είναι γνήσιο. Όταν είναι κοπαδηδόν, είναι μόδα. Όλοι κάνουμε πράγματα για να κάνουμε αισθητή την παρουσία μας. Από εκεί και πέρα, το θέμα είναι το πώς Με φόνο, ή με αγάπη; Μ’ ένα έγκλημα ή με μια παράσταση; Και οι δύο είναι αισθητές παρουσίες – και του δο­λοφόνου και του ποιητή. Ενίοτε μπορεί να εμφανίζονται και ταυτόχρονα. Αλλά διαλέγεις. Ή διαλέγει η ζωή για σένα.
Απ’ όσα ακούτε γύρω σας σήμερα, ποιος είναι ο μεγαλύτερος φόβος που σας δημιουργείται;
Δυστυχώς όλοι οι φόβοι μου έχουν βγει αληθινοί. Και όσους περισσότερους έχω, τόσο βγαίνουν. Όλη αυτή την κατάσταση στη χώρα τη φοβόμουν χρόνια. Φοβό­μουν πάρα πολύ ότι θα ξεφουσκώσει όλο αυτό. Όχι ότι θα συναντήσει τον οικονο­μικό αλγόριθμο που θα το οδηγήσει στη σημερινή του μορφή. Απλώς ήταν ένας φόβος, μια αγωνία ότι κάποια στιγμή θα μείνουμε στο δρόμο.
Τι κάναμε λάθος;
Όλα τα κάναμε λάθος, δεν είδα και τί­ποτα να κάνουμε καλό. Εκτός από δυο-τρεις καλλιτέχνες δυο-τρεις επιστήμο­νες – και όχι καριέρας αλλά ερευνητές. Ο κρατικός μηχανισμός δεν λειτούργησε ποτέ. Ο ψηφοφόρος δεν λειτούργησε ποτέ σαν ψηφοφόρος αλλά σαν πελά­της. Και οι δύο πλευρές είναι επομένως συνυπεύθυνες και ο πολιτευτής και ο πο­λίτης που ήθελε να εξαγοράσει την ψήφο του. «Ναι, ωραία» σκεφτόταν, «εγώ ψη­φίζω, δώσε μου κι εσύ κάτι». Δεν ήταν ψήφος εμπιστοσύνης αυτό, ήταν ψήφος ανταλλαγής. Και είναι γελοίο ότι εδώ και δύο αιώνες, όποιο κόμμα ανέβει στην εξουσία βάζει τους δικούς του δημοσί­ους υπαλλήλους φτιάχνοντας ένα δημό­σιο υδροκέφαλο. Το οποίο είναι εναντίον του ίδιου του λαού που το ζήτησε. Και εναντίον των πολιτικών, οι οποίοι υπέ­κυψαν σ’ αυτό το αίτημα και το ικανο­ποίησαν απλόχερα.
Μήπως γι’ αυτό φταίει απλώς το ότι η Ελλάδα είναι ένα μικρό χωριό στο οποίο όλοι γνωρίζονται μεταξύ τους;
Δεν το γνωρίζω. Μου αρέσει όμως πάρα πολύ μια φράση του Κώστα Μητρόπουλου, στα Νέα. «Η ύφεση», λέει ο Μητρόπουλος «άρχισε την 25η Μαρτίου 1821, στις δέκα το πρωί, στην Αγία Λαύρα».
Αν είχατε τη δύναμηακόμα και θεϊκή στην περίπτωση μαςτι θααλλάζατε στη χώρα;
Α, δεν νομίζω ότι μπορώ ν’ αξιωθώ κάτι τέτοιο. Κι ύστερα, κανείς δεν μιλάει για την Ελλάδα πια, κανείς δεν μιλάει για τον τόπο, κανείς δεν τον ξέρει. Ξέρει πρώτα τον εαυτούλη του, μετά λίγο την οικογέ­νεια του και ως εκεί. Ο τόπος δεν υπάρχει πια και θα το δεις ότι δεν ενδιαφέρεται κανείς για αυτόν. Δεν αναφέρεται που­θενά, δεν υπάρχει μέσα μας σαν έννοια, όπως ούτε και κανένας συνεκτικός δε­σμός μεταξύ των Ελλήνων. Δεν έχουμε κοινά συμφέροντα, δεν έχουμε κοινούς μύθους, κοινή γλώσσα. Ένας αχταρμάς, όλο μονάδες, μονάδες, μονάδες, δέκα εκατομμύρια μονάδες, οι οποίες δεν μπο­ρούν να συνδεθούν με τίποτα Για αυτό φταίμε όλοι μας. Δεν είναι μόνο θέμα κυ­βερνήσεων, είναι και θέμα νοοτροπίας.