The smallest gap is between pleasure and pain.

This trip could have a smoother start than having the guy at the ferry check in telling me in the most dry way possible "ferry's gonna be here an hour and a half late". Especially when next day is prognosed rainy and any delay on the expected arrival adds driving at night to the next destination. Ferry was 2 hours late actually, the trip to Ancona lasted another hour more than usual (all these with no explanations) and when we finally made it to Italy after sunset we got stuck in the garage for another hour. Through this last hour of delay we were packed in front of the garage door only listening to announcements that our garage will open later than the rest ones. 4 hours later in total. Brilliant.

Since we were the last ones to leave the ferry I had the whole convoy of truckers ahead to overtake. Soon it was full dark, then it started raining, often dogs and cats and I had 230km to arrive at my Airbnb south of Florence. My bridgestones A41 offered enough confidence to do 150km/h on wet in the straights on my efforts to not arrive around midnight, while I also tried to keep my hosts informed about the whole thing. Nice feature to have a waterproof phone in such conditions since I travel gadget free and that's my gps as well. How much we depend on these things ... well, this thought was about to be confirmed...

Dark and wet, somewhere halfway, after a fast left downhill corner, I am doing past 120km/h on the straight when I hit a pothole, a bump, you name it - it was too dark to identify but felt like a punch in the stomach and boom...my phone flies off my X-Grip mount and disappears in total darkness. Now get the picture: it's late, it's dark, it's wet, on an unlit highway, desperate to find my way to that village of my hosts and I have no phone. I was almost sure it fell on the tarmac but took a quick look on the bike just in case I was lucky. Nope. And how can you find a phone in such conditions? After I slammed on the brakes I parked on the right with the bike on and all blinkers on. Walked back hoping to find it...no luck. Easier to find a needle in the ocean. At some point I see a broken piece of plastic with the same colour. Pick it up, wasn't it. Hopeless in the dark the only option of decent light was to use the lights of the bike which means...U turn it - no other way on a loaded bike like this on uphill. At a point the traffic allowed so I had the nerve to do that, not the most politically correct thing in the world obviously but unfortunately there's a first time for all things. No results no matter how intense I scanned. I could spot a needle of mine in the emergency state I was but no phone anywhere. I didn't even want to think it was ditched. Turned the bike back on the right way again, double scan, nothing. I stop again at the spot with the "it's gotta be somewhere and I gotta find it". In my last hope as there was nowhere else I could search further in such conditions I have a closer look on my bike just because the first one I took after the incident was a bit quick - I was rushing to save it from being run over by the traffic. As I look under the handle bars I see a bit of light on the left. I look closer and...guess what...I see the bloody thing facing down stuck in the left plastic cover of the bike, next to the radiator! Fun fact, both plastics, left and right, have a V shaped bottom (to hold the cable trays I guess) and this acted as a pocket for my phone and saved it. Want more fun fact? I thought a couple of times about storing some stuff in that space and if I had done so my phone wouldn't take a nap there. The fact that it was facing down and (more importantly) the night mode of the gps app which reduces the light drastically made me miss it on first glance. If it was on normal mode I would have seen its light in the dark easily and that would have saved me time and heartbeats. I don't have to explain you how it felt right? Why it flew from such a sturdy mount? I think it was a combination "slippery when wet" in the least sexy way possible, high speed over high bump and probably the last time I put it on after I took it off to contact my hosts I wasn't so careful so I misplaced it in the dark.

Well, think of a funny alternative: Let's say I drive rock bottom "without it" trying to find the first town to seek help when suddenly I hear my helmet's intercom "in 1 km take the exit on the right"...and then eyes go wide open like headlights.

Time to grab me some wine and watch the sunset now, safe rides everyone, it's all nice as long as we can tell the story with a smile.


Μια εικόνα χίλιες ενέσεις.

Από που να αρχίσω...

Η υπόγα του παλιού "Αν" στην εικόνα, ιστορικό χρέπι, με αυτή τη μαύρη μπάρα των φωτιστικών πάνω από τη σκηνή που άρεσε στον Αλέξη των Last Drive να κρεμιέται σαν εσταυρωμένος πάνω της, ο ενισχυτής της κιθάρας του Βασίλη Πετρίδη (R.I.P.) πάνω σε βαρέλι μπύρας (αλλά με το μικρόφωνο στη μέση μπας και γλιτώσει λίγες κακές συχνότητες από το κέντρο του ηχείου), τα άσπρα Pearl τύμπανα δεν θα μπορούσε να τα βάραγε άλλος από τον Κυριάκο Δαρίβα, ο Αλέκος Αράπης μισοφαίνεται με ντύσιμο "τράκαρα με τη ντουλάπα του κλόουν" (ο Οδυσσέας Γαλανάκης της άλλης κιθάρας δεν φαίνεται) ακόμη και το δίχρωμο πολύμπριζο είναι ολόιδιο με ένα που είχα όταν έπαιζα στα Εξάρχεια μερικά χρόνια αργότερα με ένα συγκρότημα. Όταν εμείς αξιωθήκαμε να παίξουμε στο Αν αυτό είχε ανακαινισθεί πλέον και η κατάσταση ήταν πολύ καλύτερη. Παρόλο που ήταν εντελώς γεμάτο (όχι εξ αιτίας μας - εμείς ήμασταν support στο μεγαλύτερο όνομα της εποχής το οποίο νομίζω δεν είδε μεγαλύτερες δόξες έκτοτε) επιβίωνες εύκολα και μάλιστα με καλό ήχο. Απλά ήθελε λίγο κολύμπι μέσα στον κόσμο για να φτάσεις στα καμαρίνια. Μπροστά από τη σκηνή ήταν ένα μάτσο λιωμένα πιτσιρίκια. Καταθλιπτικό κάπως να τα βλέπεις από ψηλά αλλά είχα άλλα να με απασχολούν εκείνη τη στιγμή. Η συγκεκριμένη μάζα πρόσθεσε και επιπλέον άγχος στον τραγουδιστή μας αφού κάποιος του τράβηξε κάτι καλώδια από ένα τροφοδοτικό ιδιοκατασκευή που είχε για να δίνει ρεύμα στα εφέ της κιθάρας του. Αυτό έκανε την εισαγωγή του πρώτου κομματιού να κρατήσει αρκετά παραπάνω και εγώ να αυτοσχεδιάζω λίγο μέχρι να τελειώσει το Spinal Tap της όλης φάσης. Πίσω στο προ ανακαίνισης χρέπι του "Αν" πάλι, εκεί είχαν δώσει μια συναυλία οι Τρύπες το 90 η οποία σταμάτησε μετά από 3 μόλις τραγούδια λόγω..ασφυξίας. Είχε τόσο κόσμο μέσα που από το ντουμάνι όλοι οι καθρέπτες του μαγαζιού είχαν θολώσει και δεν έβλεπες πέρα από τον αμέσως διπλανό σου.

Πολλές άλλες λεπτομέρειες και ιστορίες μπορεί να ξυπνήσει η φωτογραφία αυτή αλλά καμία δεν είναι σημαντικότερη του Παύλου, με το χεράκι του κρεμασμένο (αφού το ξέκανε πάνω σε μια ένεση) λίγο πριν φύγει για τα καλά. Για να είμαι ειλικρινής δεν περίμενα πως δεκαετίες μετά την απομυθοποίηση των εφηβικών μου ηρώων θα καθόμουν να γράψω κάτι για έναν από αυτούς αλλά έτυχε να δω επιπλέον λεπτομέρειες σχετικά με το θάνατό του τελευταία και μου ήταν αδύνατο να το προσπεράσω. Νωρίς του Δεκέμβρη το 90, ένα βράδυ στην κατάληψη του σχολείου μου έρχεται μια μικρότερη φίλη μου και με το που με βλέπει μου λέει "πέθανε ο Παύλος". Πρέπει να είναι η πιο ισχυρή μνήμη μου από όλη αυτή την ιστορία στα σχολεία τότε που γέννησε Τσίπρες. Πάγωσα. Τον είχα δει να παίζει τέλος του καλοκαιριού την ίδια χρονιά στο Άλσος της Ν. Σμύρνης. Ανεβαίνει στη σκηνή και λέει "Έχω πιει ίσα με (νομίζω διψήφιο αριθμό είπε) μπουκάλια ούζο". Αυτή την τόσο υπερβολική φράση μπορούσε να την κάνει πιστευτή μόνο η κατεστραμμένη αν και χαμογελαστή φιγούρα του. Ξεκινά η μπάντα, ο Παύλος συχνά ξεχνάει λόγια και φωνάζει "Οδυσσέα" στον Γαλανάκη για να γεμίσει τα κενά του με σόλο. Άντεξε μόλις πολύ λίγα κομμάτια πριν φύγει από τη σκηνή εντελώς λιώμα και ανεβούν εκτός προγράμματος κάποιοι φίλοι μας να τζαμάρουν.

Το ήξεραν και οι πέτρες, ακόμη και εμείς παιδιά στο σχολείο τότε, ότι είχε προχωρήσει πολύ με την πρέζα. Ακόμη και με ένα καθηγητή μας το συζητάγαμε ο οποίος λόγω ταμπού το αρνιόταν. Δεν χρειαζόσουν Youtube που δεν υπήρχε τότε, άκουγες το "Εν Λευκώ" του 82 και καταλάβαινες ακόμη και αν δεν τον έβλεπες ζωντανά. Στο έλεγαν και αυτοί που του μίλαγαν. Θυμάμαι τον drummer μιας μπάντας της εποχής στου οποίου το σπίτι είχαμε πάει ως μουσικά βρέφη να μας πει δυο λόγια εμπειρότερος όντας (το 89 μάλλον) και θυμάμαι να μας λέει "του λέμε ρε συ Παύλο τι κάνεις; κόφτο" και αυτός μας λέει "ΟΚ παιδιά, το ελέγχω". Τι και αν τα είχε προβλέψει και τραγουδήσει όλα αυτά χρόνια πριν στο "Η", τι και αν του άρεσε να λέει στα παιδιά "πρέζες υπάρχουν πολλές αλλά η Ηρωίνη σκοτώνει", μπήκε στο μίζερο τρενάκι του πρόωρου τέλους. Αυτό που δεν γνώριζα και έμαθα πρόσφατα ήταν ότι είχε χάσει τη μητέρα του και το πρόβλημα στο χέρι του ήταν μόνιμο (μάλιστα ήταν να του το έκοβαν). Σίγουρα αυτά τα δύο τον έσπρωξαν στο να σβήσει από πρέζα σε ένα παλιοντίβανο στο Νέο Κόσμο, στο σπίτι μιας κοπέλας που άδειασε από κόσμο όταν οι υπόλοιποι κατάλαβαν τι παίζεται. Ούτε η ίδια η τύπισσα ήθελε να τον πάει στο νοσοκομείο να μην μπλέξει. Όταν ήρθε ο Πετρίδης να τον πάρει με ένα φίλο του ήταν ήδη μελανιασμένος. Είχε πει στον Αράπη μέρες πριν "ότι βρεθεί κάτω από τη μύτη μου θα το πάρω και θα την κάνω¨. Δέκα χρόνια και κάτι μετά την έκανε και ο Πετρίδης. Και ο Γκόλφης που ήταν με τον Παύλο εκείνο το βράδυ. Και η Γιόλα, ίσως ο μεγαλύτερος έρωτάς του. Το ερωτικό στοιχείο όμως είναι αυτό που με κάνει να γράφω ότι γράφω. Δεν μου αρέσουν τα μνημόσυνα, ούτε στου πατέρα μου δεν πήγα. Ήμουν εκεί όσο ζούσε μέχρι που του έκλεισα τα μάτια με τα χέρια μου. Τα ερωτικά του Παύλου ίσως τον έφεραν πιο κοντά στον άδοξο όσο γίνεται θάνατό του. Διαβάζοντας ιστορίες και λεπτομέρειες που υπογραμμίζουν αυτά που γνώριζα ήδη από τα τραγούδια του, μου δίνει την εντύπωση του ανθρώπου που ζούσε με το βάρος της γνώσης ότι η γυναίκα δεν θα υπάρξει ποτέ αυτό που αυτός φανταζόταν/χρειαζόταν. Φαίνεται σα να έσερνε αυτό το θρήνο. "But I'll be sailing, goodbye waving, to me the Clown" έλεγε στο "Clown", αναχωρητισμός βλέποντας τον εαυτό του να γίνεται τόσο ευάλωτος απέναντι στον έρωτα. Ποιος ξέρει τι θα γινόταν όμως αν η Κάθυ, συμμαθήτρια της Γιόλας, προτιμούσε τότε αυτόν αντί του Απόστολου Δοξιάδη; Αν έτσι ο Παύλος προχωρούσε με αυτό το πανέμορφο ευγενικό κορίτσι που "δεν είχε ούτε ένα εφηβικό σπυράκι" αντί της πρεζού συμμαθήτριάς της που τον απασχόλησε μετά από αυτήν για 2 χρόνια, τα οποία φαίνεται πως τον σημάδεψαν ανεξίτηλα. Για τα οποία μάλιστα η ίδια η Γιόλα μιλά με ελεεινή εγωπάθεια σε αποσπάσματα που είχα την ατυχία να ακούσω.
Πάντως ακόμη και μέσα στην πρεζοφιλοσοφία του μπορούσες να διακρίνεις το διαμάντι του Παύλου. Είναι ο μόνος που κατάφερε να πατήσει και στις δύο βάρκες, ανατολής και δύσης, χωρίς να πέσει μέσα. Έπαιξε ροκ με ελληνικό στίχο χωρίς να ακούγεται σαν burger με φέτα. Πολύ δύσκολο να το γράψεις αλλά και να το τραγουδήσεις. Είδε από νωρίς την οπισθοδρομικότητα της Αριστεράς και των τοτέμ της (βλ. Μίκη κλπ). Οπλισμένος από το υπέροχο σπίτι του και προικισμένος από τη φύση. Η πρέζα χέστηκε για όλα αυτά. Το ήξερε και ο ίδιος καλά. Όμως...

Αναρωτιέμαι, πρέζα ή χωρίς, μήπως σε αυτό τον τόπο ψυχούλες σαν του Παύλου τυραννιούνται όπως και να έχει ή είναι απλά θέμα τύχης να πέσουν στο κατάλληλο αιδοίο ώστε να αντέξουν παραπάνω; Το μόνο βέβαιο είναι πως ο Παύλος ξεχώρισε όχι μόνο γιατί ορίτζιναλ ρόκερ δεν μας περίσσεψαν ποτέ αλλά διότι ο κόσμος που φαντάστηκε με την καθαρή ψυχή του και τραγούδησε με την καθαρή φωνή του ήταν φτιαγμένος από αγάπη και όχι από γκρίνια όπως σχεδόν όλων των υπολοίπων. Κρίμα που σε αυτόν δεν μπήκαν οι αντίστοιχες γυναίκες. Ίσως να τον καμαρώναμε περισσότερο και (το κυριότερο) να λαχταρούσε η αξιολάτρευτη οικογένειά του λιγότερο.

"Παυλάκη γύρω σου πεθαίνουν. Τους φτάνει που ανασαίνουν. Τι ζητάς;" Έλα ντε ρε Παύλο; Τι ζήταγες...

Εγώ τώρα κανονικά θα έπρεπε να ετοιμάζομαι για το ταξίδι μου με τη μηχανή, το οποίο σύντομα θα με φέρει μέχρι τις ΙταλοΓαλλικές Άλπεις. Τι θέλω και αναμοχλεύω ιστορίες παλιάς Αθηναϊκής μιζέριας...

Να'σαι καλά εκεί πάνω ρε Παύλο.